Η ποίηση είναι η νοσταλγία μας για κάτι ακαθόριστο που ζήσαμε κάποτε μες στ' όνειρο Τ Λειβαδίτης

Η ποίηση είναι η νοσταλγία μας για κάτι ακαθόριστο που ζήσαμε κάποτε μες στ' όνειρο Τ  Λειβαδίτης
moonflower

.Ο κόσμος ξημερώνει

.Ο κόσμος ξημερώνει
Ο κόσμος ξημερώνει

Τρίτη 28 Φεβρουαρίου 2017

Άνοιξη παρά τέταρτο...


… Άνοιξη παρά τέταρτο! 
Σε λίγο, πίσω από τις μάντρες, στα έρημα οικόπεδα, οι ξινήθρες κι οι τσοκνίδες θα δώσουνε μια γροθιά στις καταλασπωμένες πέτρες και μεσ’ απ’ τα σπασμένα γυαλιά και τις αναποδογυρισμένες τρύπιες λεκάνες, νικώντας τα στερνά σκουπιδομαζώματα, θ’ ανατείλει γυμνή στην αιχμη της αχτίδας της η πρώτη μαργαρίτα της τύχης. 
Λοξά, και στο πείσμα του ανέμου, που γι’ αλλού ταξίδευε το σπόρο της, θα μπουκάρει μεσ’ από δυο σκιστές μαλτεζόπετρες να σαλέψει κάτω κάτω απ’ τα ρουθούνια της χειμωνιάς το κόκκινο μπαϊράκι της η φανατικιά παπαρούνα
Οδυσσέας Ελύτης

Σάββατο 18 Φεβρουαρίου 2017

Τρίτη 14 Φεβρουαρίου 2017

Ποιο το χρώμα της αγάπης;

να χαμογελάς συννεφάκι, γιατί όταν μελαγχολούν τα συννεφάκια βρέχει...


Το ξέρω πως υπάρχεις

. Δεν υπάρχει άλλος χώρος έξω απ’ το δικό μας Μαζί.

"Υάκινθος"

ο Αγιος Υάκινθος σαν ιδεολογία λέγεται με τρεις κουβέντες: ο Αγιος των αισθημάτων, της ανάμνησης και της προσδοκίας τους. Γι αυτό τους λέω, όταν θα πηγαίνετε στον Αγιο Υάκινθο θα ανάβετε δυο κεριά, ένα στην ανάμνηση και ένα στην προσδοκία...

Δευτέρα 13 Φεβρουαρίου 2017

Στην κορφή ενός κύματος...

Μπορεί και να φταίω, που θέλω διαρκώς να φεύγω...
Και ενώ φεύγω, να μένω...
Και να μένω κάθε φορά, ενώ στην πραγματικότητα είμαι αλλού, ανατριχιάζοντας με την ευχαρίστηση που δίνει η αίσθηση της ελευθερίας, η στιγμιαία ουτοπία ότι στο παράλληλο σύμπαν που ταξίδεψα ένιωσα την ψυχή μου να αρωματίζεται από την αρμύρα της θάλασσας και να καθαρίζεται από το συναπάντημά της με τη νεροποντή στην κορφή ενός κύματος, πλάι σε ένα δελφίνι, που σιωπηλά γκρέμισε τη μοναξιά μου... 

Ιερόσυλοι Εραστές

Νηστέψαμε τον 'Ερωτα προφασιζόμενοι  την  ''κάθαρση των σωμάτων'' 

Νηστικοί διασχίσαμε την έρημο της Αγάπης
Στεγνοί και άνυδροι /δεν ποτίσαμε ούτε μ' ένα δάκρυ/ τη γη της Επαγγελίας.
Στον κήπο της Γεσθημανή/ πρόθυμα παραδώσαμε εαυτόν και αλλήλους /μ' ένα φιλί προδοσίας.
Ιερόσυλοι Εραστές

Το σώμα είναι ο ναός του 'Ερωτα
Οταν το  πάθος καιώμενη βάτος/ αναγαλιάζει και φλέγεται /απο τα πέρατα της  γης/  μήνυμα φτάνει μέγα.

Ενα αντίδωρο ήταν πάντα ο 'Ερωτας /στα χείλη των πιστών.
Μα τόσο  λίγοι οι μυημένοι ...(Μαρία Λαμπράκη)


http://pyroessa-artemusica.blogspot.gr/2014/02/blog-post_4.html

Σάββατο 11 Φεβρουαρίου 2017

Να ζήσετε τη ζωή σας με τρέλλα, να ζήσετε παράλογα, να σκοτώσετε τη λογική πούνε ο φονιάς της χαράς και της ζωής...

Μια ανεπίδοτη επιστολή της Μαρίας Πολυδούρη
«Αγαπητοί φίλοι! Ίσως το γράμμα αυτό να μην διαβαστεί ποτέ, από κανέναν, αλλά στ’ αλήθεια δε με νοιάζει. Ίσως μέχρι να φτάσει στα χέρια σας νάχω πεια ολότελα ξεχαστή απ’ όλους. Αλλά, ούτε δα κι’ αυτό το τελευταίο με νοιάζει. Εξάλλου, δεν έχω και πολλά να σας πω, θέλω μόνο να σας θυμίσω ότι κάποτε υπήρξα. Κάποτε υπήρξα κι’ ήμουν και ζωή και θάνατος μαζί. Και ζωή και Χάρος ήμουν! Έζησα, τομολογώ, μια ζωή δηλητηριασμένη, γι’ αυτό θαρρώ αποφάσισα να την εγκαταλείψω.
Εκείνο που για τους άλλους ήτανε ζωή, για μένα θάνατος ήταν. Γεννιόμουνα και πέθαινα κάθε μέρα, ώρα και στιγμή. Ζούσα με το θάνατο, ζούσα για να πεθάνω, μα τουλάχιστον δε ζούσα νεκρή όπως οι γύρω μου, τα μικρά αστεία ανθρωπάκια που λέγαν πως μ’ αγάπησαν, κι’ ας μην μπόρεσαν ποτέ, κι’ ας μην τόλμησαν ποτέ να διαβάσουν την ψυχή πούκρυβε περίσσιο φως και σκοτάδι μέσα της. Κατά βάθος με φοβόντουσαν και δεν αργούσαν να τραπούν εις άτακτο φυγή. Δεν άντεχαν να με κοιτούν κατάματα, μην τύχει και τους κλέψω την ψυχή τους. Αγαπήθηκα, αγαπήθηκα πολύ, μα μπορεί ποτέ κανείς να φαντασθεί ότι λυπόμουνα βαθιά όταν καταλάβαινα ότι μ’ αγαπούσαν;
Εγώ, ίσως να μην αγάπησα αρκετά, όχι όσο έπρεπε. Τον ιδανικό μου έρωτα θαρρώ τον έζησα στη φαντασία μου. Η ψυχή μου και η αγάπη γεννήθηκαν την ίδια μέρα. Αυτό το ένιωθα μέσα μου, κι’ όμως δεν πίστευα ότι θα υπήρχε μέρα που θα μου αποδείκνυε ότι αγαπούσα αληθινά. Δεν είναι στ’ αλήθεια τραγικό, μια μεγάλη ειρωνεία, να μιλούν για την αγάπη άνθρωποι που δεν την γνωρίζουν και να σιωπούν εντελώς κείνοι που νοιώθουν την ψυχή τους να πνίγεται στο πόνο της; Πολλοί λέγαν ότι ζούσα μεσ’ στο κεφάλι μου. Κάτι έπρεπε να πουν κι’ αυτοί… Πως άλλως θα με κατέτασσαν σε συγκεκριμένη κατηγορία ανθρώπων; Άνθρωποι, ανθρωπάκια!
Η ζωή ένα τεράστιο ψέμα που άλλοι το αγαπάνε κι’ άλλοι – οι λίγοι – προσπαθούν να το κάνουν αληθινή ζωή. Εσείς, αγαπητοί άγνωστοί μου φίλοι, πως ζείτε; Ζείτε; Μια φάρσα, αυτό ήταν η δικιά μου ζωή. Κανείς δεν την κατάλαβε. Γεννήθηκα χωρίς να το θέλω, έζησα στο περίπου, και σκηνοθέτησα το θάνατό μου. Κι’ όμως αγαπούσα τη ζωή, αλλά πάντα αυτή μούπαιρνε ό,τι άλλο αγαπούσα. Μου έλειπε πάντα μια καρδιά που να πονή για μένα. Κι ήταν δύσκολο, δύσκολο πολύ να ζω μονάχη μου μεσ’ σένα κόσμο τόσο παράλογα προσκολλημένο στα μικρά της ζωής και στο τίποτα. Ήμουνα σαν παράσιτο, σαν μαύρο ξωτικό που έχασε το δρόμο κι’ αντί να ταξιδέψει στον ονειροκόσμο του, ξέπεσε σε τούτη δω τη γη.
Μάλιστα, κάποια φορά, κάποιος με ρώτησε κρυφά αν είμαι χήρα σαν φορούσα μαύρα βαρειά. Εγέλασα. Αλήθεια ήταν! αν μάντεψε την ψυχή μου, καλά την ωνόμασε χήρα… Είναι που θα παρακαλούσαν να είχαν ζήσει στην εποχή μου. Εγώ, θάθελα να ζήσω σε κάποιαν άλλην εποχή. Έζησα ανάμεσα σε μια γενειά ηττημένη. Κάποιοι από μας κάναν τον πόνο στίχο, την οργή τραγούδι, αλλά κανείς δεν τόλμησε… – ούτ’ από μας ούτ’ απ’ τους άλλους – δεν τόλμησε να ξεφύγει απ’ το χαραγμένο μονοπάτι, δεν τόλμησε να πει ό,τι στ’ αλήθεια σκεφτότανε, δεν τόλμησε να κάνει ό,τι στ’ αλήθεια ήθελε να κάνει. Οι περισσότεροι ήταν – είμασταν – δειλοί που ’ψαχναν απλά ναύρουν την αυτοεπιβεβαίωσή τους. Κάτι νέοι σκυθρωποί κι’ ανάπηροι.
Ολίγοι γέροι με κακόβουλο ύφος. Κάτι δεσποινίδες σαλατολόγοι και υπερφίαλοι… Απόκληροι της αντίληψης… Κι’ όμως ανάμεσα σ’ αυτούς ήταν και ο Κ., ο μόνος που θα μπορούσε ποτέ να με καταλάβει, αλλά ούτε και κείνος τόλμησε… Μούπε μάλιστα, πως με λυπόταν γιατί τον αγαπούσα… ότι ήμουνα γι’ αυτόν μια παρηγοριά. Τόχε η εποχή, κανείς δεν ήταν ο εαυτός του! Γι’ αυτό θαρρώ και έζησα τόσο μόνη, κι’ ας είχα πάντοτε κάποιους να με συντροφεύουν, αδέλφια μου σένα πόνο που δε θα μπορούσαν ποτέ να συλλάβουν. Έκαναν τα πάντα για με, αλλά η αγάπη τους ήταν μια θυσία που ποτέ δεν δέχτηκα με ευμένεια κι’ οι ανησυχίες τους χειροπέδες για μένα.
Πόσο είναι αστεία η ζωή μα και πόσο αστειότεροι είμαστε μεις που την ανεχόμαστε τέτοια”, έγραψα, θυμάμαι, κάποτε στο ημερολόγιό μου… Μα, από τότε έχουν πια περάσει χρόνια. Πόσα, δεν ξεύρω, αφού ο χρόνος δεν έχει πια για με καμμία σημασία. Τώρα, είμαι κάπου αλλού και ζω – αν τούτη δω η κατάσταση θεωρείται ζωή – μέσ’ απ’ τις αναμνήσεις μου. Ξεφυλλίζω τα τετραδία του μυαλού και κυττάζω πίσω. Όλα ζητάω τα χαμένα, τις μικρές στιγμές, τον αγαπημένο… Γυρνώ το βλέμμα και τον κυττάζω πάντα το δρόμο που αφήσαμε. Είναι μακρύς, σκοτεινός, γεμάτος δυσκολίες και φρίκη… είναι τόσο μακρύς, τόσο δύσκολος… κι’ όμως – θεέ συγχώρεσέ με – θα τον έπαιρνα με την καρδιά γεμάτη δάκρυα και μεταμέλεια… Με την καρδιά δεμένη με τα σίδερα της αμαρτίας θα ξεκινούσα να σ’ εύρω μοναδική κι’ αξέχαστή μου αγάπη…
Δε θέλω τίποτε άλλο, μόνο να φτάσω, να σταθώ κοντά σου τόσο που φτάνει για να ιδώ… να ιδώ το πρώτο βλέμμα σου εκείνο που μου ’ριχνες σαν έφτανα… τις μικρούλες όλες εκείνες ρυτίδες στο πρόσωπό σου… να ιδώ τα χέρια σου ν’ απλώνονται σε μένανε να με αγκαλιάσουν… να ιδώ… να νοιώσω το φίλημά σου… Είναι τόσο μεγάλος ο καϋμός και είμεθα τόσο μικροί ένας-ένας εμείς οι άνθρωποι που τον αποτελούμεν… Τα λόγια αυτά ίσως νακούγονται σαν παραλήρημα ενός ετοιμοθανάτου, μα, αλοί, δεν μπορώ να πεθάνω αφού είμαι από χρόνια πια νεκρή. Όσο ζούσα, όσο έζησα, ήμουνα παιδί. Ήμουνα ένα παιδί άμυαλο, μπορώ να το παραδέχομαι αλλά και ποιο παιδί δεν είναι άμυαλο; Ένα παιδί είμαι ακόμη…
Ένα παιδί που γράφει σε σας, τους άγνωστούς του φίλους, για να τους πει: να μείνετε πάντα παιδιά, κι’ αν είναι δυνατόν άμυαλα παιδιά. Να ζήσετε τη ζωή σας με τρέλλα, να ζήσετε παράλογα, να σκοτώσετε τη λογική πούνε ο φονιάς της χαράς και της ζωής, να τολμήσετε να κάνετε τα δύσκολα, τα μεγάλα, τα σημαντικά, ν’ ακολουθήσετε τα δύσβατα μονοπάτια, ν’ αφήσετε να θρονιαστεί στην καρδιά σας για πάντα η άνοιξη και το χαμόγελο στα χείλη, ν’ αγαπήσετε με πάθος και να καείτε απ’ τη φλόγα της αγάπης σας, να κάνετε τον πόνο, τη χαρά, την κάθε σας στιγμή τραγούδι, κι’ όταν έρθ’ η ώρα η στερνή να πεθάνετε όχι από πλήξη, αλλά από ειλικρίνεια όπως ο φίλος τζίτζικας, που τόσο ωραία τα έλεγε μα μεις τα παίρναμε για γκρίνια… Τώρα, καθώς γράφω τις τελευταίες γραμμές, κυττώ πίσω και αντιλαμβάνομαι πόσο στάθηκα τυχερή: έζησα ελεύθερη όσο καμμιά άλλη γυναίκα της εποχής μου, έκανα πράγματα που δεν έκανε καμμιά άλλη, κι’ αγαπήθηκα όσο λίγες.
Και, δεν το ξεχνώ, καθώς το βλέμμα μου έσβηνε, εκείνη τη μελαγχολική αυγούλα τ’ Απρίλη, δεν ήμουν πια μόνη. Νέοι που μ’ αγάπησαν ήρθαν να μ’ αποχαιρετήσουν και φίλες γκαρδιακές στο προσκεφάλι μου ένα τελευταίο τραγούδι να μου χαρίσουν… Αυτό είναι το γράμμα μου στον κόσμο που ποτέ δεν έγραψε σε μένα, όπως λέει κι’ η καλή μου φίλη».
Με αγάπη
Μαρίκα Πολυδούρη


Πέμπτη 9 Φεβρουαρίου 2017

Καλημέρα... στους ταξιδιώτες του ονείρου


Kαρδιά έχω άδεια

Της Ψυχής η Ορφάνια αποτελείται απο τόσο πολλά αιχμηρά κομμάτια, που είναι φυσικό πάντα κάποιο να συνεχίζει να μας πονά.Γιατί οι καρδιές πάντα ραγίζουν από λέξεις που δε λέγονται.
aeriko

Κυριακή 5 Φεβρουαρίου 2017

Ο Καλύτερός Μου Φίλος

Κόσμε και ποιος σε χάρηκε και ποιος θα σε κερδίσει, ψεύτη κόσμε. Κάθε ζωή διαμορφώνεται από μια μοναδική στιγμή, τη στιγμή που ο άνθρωπος συνειδητοποιεί, μια για πάντα, ποια είναι η δική του αλήθεια. 
aeriko

Σ' αγαπώ...


Θέλω..

.. Αυτό που

Δε Χρειάζεται Εξηγήσεις 
:Mήπως αγάπη είναι το
 exist;

Πέμπτη 2 Φεβρουαρίου 2017

Λόγια όχι σαν τ’ άλλα μα κι αυτά μ’ ένα μοναδικό τους προορισμόν : Εσένα!


Κι αν δεν είναι το χέρι σου στο χέρι μας
κι αν δεν είναι το αίμα μας στις φλέβες των ονείρων σου
το φως στον άσπιλο ουρανό
κι η μουσική αθέατη μέσα μας ω! μελαγχολική
διαβάτισσα όσων μας κρατάν στον κόσμο ακόμα.
Είναι ο υγρός αέρας η ώρα του φθινοπώρου ο χωρισμός
το πικρό στήριγμα του αγκώνα στην ανάμνηση
που βγαίνει όταν η νύχτα πάει να μας χωρίσει από το φως.

Πίσω από το τετράγωνο παράθυρο που βλέπει προς τη θλίψη
που δε βλέπει τίποτε
γιατί έγινε κιόλας μουσική αθέατη φλόγα στο τζάκι χτύπημα του μεγάλου
ρολογιού στον τοίχο
γιατί έγινε κιόλας
ποίημα στίχος μ’ άλλον στίχο αχός παράλληλος με τη βροχή δάκρυα και λόγια.
Λόγια όχι σαν τ’ άλλα μα κι αυτά μ’ ένα μοναδικό τους προορισμόν : Εσένα!
Ελένη ( απόσπασμα)
Οδ. Ελύτης